2015-04-15 01 MasperoΑκόμα κι αν δεν είχε κάνει τίποτα άλλο από τα να εκδώσει τα βιβλία που εξέδωσε, ο Φρανσουά Μασπερό θα είχε μείνει στην ιστορία του δεύτερου μισού του εικοστού αιώνα σαν ο άνθρωπος που διαμόρφωσε, μόρφωσε και επιμόρφωσε όσο κανένας άλλος τις γενιές που προετοίμασαν και έκαναν τον Μάη του '68. Όμως, δίπλα σ'αυτο τον εκδότη Μασπερό, υπήρξε ο άλλος, ο λιγότερο γνωστός, αλλά όχι και λιγότερο σημαντικός Μασπερό των δύσκολων αποστολών στις τρεις γωνιές του πλανήτη που έβραζε. Όσο για εμάς, Μασπερό ήταν τότε εκείνο το υπόγειο του περίφημου βιβλιοπωλείου του, εκείνη η τόσο φιλόξενη σπηλιά του (επαναστάτη) Αλί Μπαμπά, όπου συναντιόνταν και εξέθεταν τη πραμάτεια τους όλοι οι εξεγερμένοι και καταπιεσμένοι σε Βορρά και Νότο, Ανατολή και Δύση. Αντίο Φρανσουά...

Γ.Μ.

Φρανσουά Μασπερό, αυτός ο αντιστασιακός

Του Edwy Plenel*

Ο Φρανσουά Μασπερό πέθανε το Σάββατο 11 Απριλίου, στο σπίτι του στο Παρίσι. Ήταν 83 ετών και είχε πίσω του μια ζωή εκδότη, βιβλιοπώλη, συγγραφέα και μεταφραστή. Κυρίως, μια ζωή αντίστασης στις αδικίες και στο ψέμα.

(…) Ο Φρανσουά Μασπερό πέθανε τη μέρα της εβδομηκοστής επετείου της απελευθέρωσης του Μπούχενβαλντ, αυτού του στρατοπέδου συγκέντρωσης όπου έσβησε στις 17 Μαρτίου 1945 ο πατέρας του, ο σινολόγος  Ανρί Μασπερό. Ο Φρανσουά είχε τη συνήθεια να γράφει και να λέει ότι η δεύτερη γέννησή του έγινε στις 28 Ιουλίου 1944, τη μέρα της σύλληψης από τους ναζί του πατέρα και της μητέρας του Ελέν –της μόνης που επέζησε. «Ναι, αλλά ήταν μια δεύτερη γέννηση μέσα από το  θάνατο. Ήμουν τότε δωδεκάμισι χρονών», επέμεινε να λέει στα τέλη του 2014, σε μια από τις τελευταίες συνεντεύξεις του.

Ο  θάνατος τόσο πρόωρα όχι μόνο του πατέρα αλλά και του αδελφού που θαύμαζε, του Ζαν, του γεννημένου του 1925  ηρωικού αντιστασιακού τα μυστικά του οποίου μοιραζόταν ο Φρανσουά, που έπεσε μαχόμενος στις 8 Φεβρουαρίου 1944 αφού κατατάχθηκε εθελοντής ως μεταφραστής στο αμερικάνικο στρατό. Στη τελευταία μας συνάντηση, πριν από μερικές βδομάδες για ένα από τα συνήθη γεύματά μας,  μου είχε και πάλι εμπιστευθεί ότι ανάμεσα στο καλοκαίρι του 1944 και στο καλοκαίρι του 1945 είχε ζήσει τόσο τη καλύτερη όσο και τη χειρότερη μέρα της ζωής του. Την πιο ωραία που ήταν η απελευθέρωση του Παρισιού και η λαϊκή εξέγερση στις 19 Αυγούστου 1944. Και την πιο θλιβερή που ήταν το τέλος του παγκόσμιου πολέμου, στις 8 Μαΐου 1945, που του άφηνε αυτή την απουσία ενός πατέρα και ενός αδελφού.

Όσο περνούσαν τα χρόνια, τόσο ο Φρανσουά Μασπερό διεκδικούσε περισσότερο τον όρο «αντιστασιακός» για να ορίσει τον εαυτό του (…) Βιβλιοπώλης πίσω από την επιγραφή «La joie de lire» (Η χαρά να διαβάζεις), εκδότης με το δικό του όνομα, συγγραφέας, μεταφραστής: μέσα από τη ποικιλία των δραστηριοτήτων του, ο δρόμος της ζωής του δεν σταμάτησε να ακολουθεί και να προεκτείνει το προπατορικό αποτύπωμα.

Στην ίδια συζήτηση του τέλους του 2014, στην ερώτηση «Αυτή η οικογενειακή ιστορία είναι λοιπόν ιδρυτική;», απαντούσε χωρίς δισταγμό: «Ναι, το πιστεύω με όσα έζησα πολύ, πολύ νέος. Γνώριζα πάνω κάτω τις δραστηριότητες της οικογένειάς μου, και ίσως μάλιστα και να τις παραγνώριζα.  Δεν ήμουν παρά 12 χρονών και μετείχα ήδη σε αντιστασιακές δράσεις… Τις πήρα κατακέφαλα, αλλά τόσο το καλύτερο.  Κι αυτό επειδή υπάρχει κάτι που λέω πάντα, και που αισθάνομαι υποχρεωμένος να επαναλάβω, δεν είμαι ένα θύμα και δεν θεώρησα ποτέ τον εαυτό μου θύμα.  Ήξερα πολύ καλά τι έκανε η οικογένειά μου, ήμουν πολύ περήφανος και είμαι πάντα περήφανος που ο αδελφός μου, στα 19 του, σκότωσε τρεις Γερμανούς αξιωματικούς στο δρόμο».

Αυτή η συνέντευξη που δόθηκε σε μια εφημερίδα της Λυών, συνόδευε την προ-πρεμιέρα της ταινίας που του αφιερώθηκε, «Φρανσουά Μασπερό, οι δρόμοι της ελευθερίας». Η ύστατη δημόσια εμφάνισή του, όπως το θυμίζει στο μπλογκ του στη Mediapart ο φίλος του Μαρσέλ-Φρανσίς Καν, ο τελευταίος που τον είδε ζωντανό, ήταν για τη προβολή στο Παρίσι, στις 24 Μαρτίου, αυτού του ντοκυμαντέρ του Μπρούνο Γκισάρ (…)

Σε ευχαριστώ Φρανσουά που μας έδωσες τόσα πολλά

2015-04-15 02 La joie de lireΥπάρχει ένα ολάκερο δίκτυο φιλίας και αφοσίωσης, στο οποίο μετέχουμε, για το οποίο ο Φρανσουά Μασπερό ήταν το κοινό μας πρόσωπο. Η πυξίδα μας, το σημείο αναφοράς μας. Ακριβώς όπως το βιβλιοπωλείο του και ο εκδοτικός του οίκος, από τα τέλη της δεκαετίας του 1950 μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1970, ήταν ένας κοινός τόπος για τις γενιές που έκαναν τους δικούς τους διεθνιστικούς και ελευθεριακούς αγώνες  τόσο ενάντια στους ιμπεριαλισμούς και στις αποικιοκρατίες όσο και ενάντια στις δικτατορίες και στους ολοκληρωτισμούς. (…)

Καθόλου τυχαίο που ο μόνος φίλος που ο Φρανσουά υπολόγισε σαν «μεγάλο αδελφό» του ήταν ο Κρις Μαρκέρ, που έφυγε το 2012, και που έζησε τόσο πολύ στη σκιά ώστε έφτασε να μην επικοινωνεί πια, πέρα από εκείνους που εμπιστευόταν, παρά με φαξ και κατόπιν με μέηλ.  Επειδή το χαρακτηριστικό αυτών των ανθρώπων, που πέτυχαν να μετατρέψουν την οργή τους σε δημιουργία, ήταν η αυστηρή προσήλωση σε ό,τι έκαναν, η ακραία ακρίβεια με την οποία αντιμετώπιζαν τα γεγονότα, τις λέξεις, τις εικόνες, επειδή κατανόησαν πριν από εμάς πως αυτή είναι ασύμβατη με τις κυρίαρχες επικοινωνιακές εκχυδαϊσμένες αλήθειες, με τις ατελείς κατεπείγουσες ανάγκες τους, τις ατελείς ελαφρότητές τους, τις αυτάρεσκες αδικίες τους.

Μέχρι το πρόσφατο ντοκιμενταρίστικο πορτρέτο που γέννησε μια συνωμοσία φιλίας,  ο Κρις Μαρκέρ ήταν ο μόνος που κινηματογράφησε τον Φρανσουά Μασπερό, ήταν το 1972. (…)

Σαράντα χρόνια αργότερα, το 2012, ο Φρανσουά Μασπερό μου προκάλεσε έκπληξη παραδίνοντας μου δυο βιβλία, δυο βιβλία που είχε φροντίσει να βιβλιοδετήσει. Ένα είδος σιωπηρού μηνύματος, χωρίς φλυαρίες. Δυο βιβλία σαν δυο απόψεις που επιτρέπουν να χαράξεις μια γραμμή, να ανοίξεις ένα μονοπάτι, να δείξεις μια κατεύθυνση.  Δυο πρώτες εκδόσεις. Η πρώτη ήταν εκείνη του Notre Jeunesse του Σαρλ Πεγκί (1873-1914), που κυκλοφόρησε από τα δικά του «Cahiers de l’Enseigne» το 1910. Η δεύτερη ήταν εκείνη του Aden Arabie του Πωλ Νιζάν (1905-1940),  έκτου στη σειρά των «Cahiers Libres»  που κυκλοφόρησε το 1960 από τις εκδόσεις Φρανσουά Μασπερό, σε μια νέα έκδοση που παρουσίαζε ο Ζαν Πωλ Σαρτρ.

Ο Φρανσουά ήταν από εκείνη τη σχολή των υπερασπιστών του Ντρέϊφους που δεν έχει ούτε ηλικία ούτε τόπο, όπου  «μια μόνη αδικία, ένα μόνο έγκλημα, μια μόνη ανομία, κυρίως όταν καταγράφεται επίσημα, μια μόνη ύβρις στην ανθρωπότητα, μια μόνη ύβρις στη δικαιοσύνη, και στο δίκαιο ειδικά αν γίνεται οικουμενικά, νομικά, εθνικά, άνετα αποδεκτή, ένα μόνο έγκλημα διαρρηγνύει και αρκεί να διαρρήξει το κοινωνικό συμβόλαιο, κάθε κοινωνικό συμβόλαιο,  μια μόνη απιστία, μια μόνη ατιμία αρκεί για να ατιμαστείς, για να ατιμάσει έναν ολάκερο λαό». Είναι φυσικά, από το Notre Jeunesse.

Όταν το 1959, ο Φρανσουά Μασπερό, νεαρός βιβλιοπώλης στο Καρτιέ Λατέν, ρίχτηκε στις εκδόσεις για να σπάσει τους τοίχους της σιωπής και του ψέματος που συνόδευαν την απώλεια της Γαλλίας  -και της επίσημης αριστεράς της συμπεριλαμβανομένης- μέσα στην αποικιοκρατία, είναι αυτή η κληρονομιά που διεκδίκησε ευθύς εξ αρχής. Ως επιγραφή στο  κατάλογο των πρώτων «Cahiers Libres» που κυκλοφόρησαν, έβαλε αυτή τη μεγαλόστομη προειδοποίηση του Πεγκί: «Αυτά τα τετράδια θα έχουν εναντίον τους όλους τους ψεύτες και όλα τα καθάρματα, δηλαδή τη τεράστια πλειοψηφία όλων των κομμάτων».

Τα προλεγόμενα του Σαρτρ στην επανέκδοση του πρώτου βιβλίου του Νιζάν, που εκδόθηκε το 1932, επικαιροποιούσαν αυτή την υπόσχεση και, για να πούμε την αλήθεια, είναι περισσότερο παρά ποτέ επίκαιρα. Θυμόμαστε, καθώς έγινε συνώνυμο μιας κάποιας λυσσασμένης νεολαίας, τα πρώτα λόγια αυτού του καλέσματος του Νιζάν, του συμφοιτητή του στην Normale Sup’, ποτέ να μην αμφιταλαντευτείς από τη στιγμή που κάνεις δικιά σου την υπόθεση των καταπιεσμένων και των εξουσιασμένων: «Ήμουν είκοσι χρονών. Δεν θ’αφήσω κανένα να πει ότι είναι η καλύτερη ηλικία της ζωής». Όμως θυμόμαστε λιγότερο το κείμενο του Σαρτρ, και χωρίς αμφιβολία ήταν αυτό που ο Φρανσουά Μασπερό, που το ενέπνευσε, ήθελε να μου θυμίσει.  Γιατί είναι ένα κείμενο που μιλάει για εμάς, ακόμα και σήμερα. Για αυτή τη Γαλλία που στερεί τη νεολαία της από την ελπίδα, για το γέρικο κόσμο μας που την εγκαταλείπει και την απελπίζει.

«Δεν έχουμε πια τίποτα να πούμε στους νέους, έγραφε ο Σαρτρ: πενήντα χρόνια ζωής σε αυτή τη καθυστερημένη επαρχία που έχει γίνει η Γαλλία, είναι ντροπή. Φωνάξαμε, διαμαρτυρηθήκαμε, υπογράψαμε και ξανα-υπογράψαμε. Δηλώσαμε, κατά πως συνηθίζουμε να σκεφτόμαστε: «Είναι απαράδεκτο» ή «Το προλεταριάτο δεν θα το αποδεχτεί…» Και μετά τελικά είμαστε εδώ: άρα δεχτήκαμε τα πάντα.» Και ήταν τότε, συνεχίζει, που πρέπει να ακούσουμε τη φωνή του Πωλ Νιζάν, που έβγαλε από τη λήθη ο Μασπερό, αυτή τη φωνή που λέει στους νέους «μην κοκκινίζετε επειδή θέλετε τη σελήνη: τη χρειαζόμαστε», εκείνη που τους συστήνει: «κατευθύνετε τη λύσσα σας ενάντια σε εκείνους που την έχουν προκαλέσει, μην προσπαθείτε να ξεφύγετε από το βάσανό σας, ψάξτε τις αιτίες του και σπάστε τις».

Ο Νιζάν, κατέληγε ο Σαρτρ, ή «ο άνθρωπος που είπε όχι μέχρι το τέλος».  Ακριβώς όπως και ο Μασπερό, το παραδειγματικό θάρρος του οποίου έπαιξε το ρόλο του στο ξύπνημα της γαλλικής νεολαίας στη δεκαετία του 1960 γύρω από τις κοινές υποθέσεις της ισότητας και της συναδέλφωσης. Διηγήθηκα αλλού τον Μασπερό ως Φοίνικα, που αναγεννιέται με το γράψιμο μετά από το επώδυνο τέλος των εκδόσεων το 1982. Όμως δεν είχα επιμείνει αρκετά στον Μασπερό ως μεταφραστή, περατάρη παιδείας από τρεις γλώσσες –τα ισπανικά, τα ιταλικά και τα αγγλικά. Αυτά τα τελευταία χρόνια, δεν ήταν μόνο το επάγγελμα που, υλικά, του επέτρεπε να ζει αλλά, πιο ουσιαστικά, και η εργασία  που τον κρατούσε στη ζωή, καθώς δεν είχε πια διάθεση από τότε που πέθανε η σύντροφος και η μεγαλύτερη κόρη του.

Ο Φρανσουά ήταν ποιητής, με την έννοια ότι τον ευχαριστούσε να μεταφράζει ποιητές, πράγμα που καταλήγει να σε κάνει τον ίδιο ποιητή μέσα από την αναζήτηση του ρυθμού, της μουσικότητας, του ρήματος με λίγα λόγια –πράγμα που εξήγησε ο ίδιος πάρα πολύ καλά σε παράρτημα της εκπληκτικής του μετάφρασής του έργου του Περουβιανού Σέσαρ Βαγιέχο (1892-1938). Το 1998, μετά από πρόσκληση του βιβλιοπωλείου L’Arbre a Lettres  στο Παρίσι, πρόσφερε στους φίλους του  μια Ποίηση μεταφρασμένη για να χαιρετίσει τις εποχές, φτιαγμένη σαν φόρος τιμής στον Guy Levis Mano, αυτόν τον ποιητή τυπογράφο με τα αρχικά GLM που του είχε μεταδώσει το μεράκι για τη τυπογραφική καλαισθησία. «Να μεταφράζεις την ποίηση, έλεγε σε μια προλεγόμενη σημείωση, είναι μια ερωτική ενέργεια. Ενάντια στο θάνατο».

Ενάντια στο θάνατο του Φρανσουά Μασπερό, που μας συγκλονίζει, υπάρχουν λοιπόν τα μεταφρασμένα ποιήματά του. Για να τελειώσει αυτή τη συλλογή το 1998, είχε διαλέξει το Merci  à  la vie, τη γαλλική εκδοχή του τελευταίου τραγουδιού της Χιλιανής Βιολέτα Πάρρα, το 1966, ένα χρόνο πριν από την αυτοκτονία της. Ευχαριστώ τη ζωή. Που τόσα μού έδωσε…Gracias a la vida/Que me ha dado tanto

Εσένα ευχαριστώ, Φρανσουά, που τόσα πολλά μας έδωσες.

*Δημοσιογράφος, πρώην αρχισυντάκτης της Le Monde, ιδρυτής και διευθυντής της Mediapart, της σημαντικότερης διαδικτυακής εφημερίδας στη Γαλλία.

Μετάφραση: Γιώργος Μητραλιάς

scroll back to top