9 Μαρτίου 2011

Ισλανδία: ο απεχθής εκβιασμός

Ο πρόεδρος της Δημοκρατίας της Ισλανδίας Olafur Ragnar Grimsson μόλις αρνήθηκε, για δεύτερη φορά, να θέσει σε ισχύ το νόμο τον επονομαζόμενο «Icesave» που επιτρέπει στο Κράτος να εξοφλήσει στην Ολλανδία και στο Ηνωμένο Βασίλειο τα 3,9 δισεκατομμύρια ευρώ που συνδέονται με τη χρεοκοπία μιας ηλεκτρονικής τράπεζας. Κατά συνέπεια, για δεύτερη φορά, στο όνομα του άρθρου 26 του Συντάγματος, ο πληθυσμός θα κληθεί να αποφανθεί με δημοψήφισμα για αυτό το νόμο. Προς μεγάλη απογοήτευση της κυβέρνησης και των αφεντικών του παγκόσμιου χρηματοπιστωτικού συστήματος.

του Jean Tosti

Σε ένα προηγούμενο άρθρο, τονίζαμε τη δημοκρατική πρόοδο που συνιστούσε η δημιουργία στην Ισλανδία μιας συντακτικής εθνοσυνέλευσης αποτελούμενης από 25 βουλευτές εκλεγμένους από τους συναδέλφους τους. Το άρθρο γνώρισε αναπάντεχη επιτυχία αλλά, κι αυτή είναι η άλλη όψη του νομίσματος, παραποιήθηκε συχνά από διάφορες ιστοσελίδες και μπλογκ που έκαναν λόγο για «ισλανδική επανάσταση». Ας βάλουμε τα πράγματα στη θέση τους: βέβαια, μια σειρά από «γιουχαΐσματα» προκάλεσαν τη πτώση της δεξιάς κυβέρνησης και την αντικατάστασή της από μια αριστερή, αλλά η τελευταία διευθύνεται πλειοψηφικά από σοσιαλδημοκράτες παρόμοιους με τους δικούς μας, η κύρια επιθυμία των οποίων είναι να μπουν στην Ευρωπαϊκή Ένωση.  Τίποτα το ιδιαίτερα επαναστατικό σε όλα αυτά. Στο αποκορύφωμα της κρίσης εθνικοποιήθηκαν οι τρεις κυριότερες τράπεζες της χώρας. Στο επόμενο διάστημα, δυο από αυτές έχουν ήδη ιδιωτικοποιηθεί.  Όσο για τη συντακτική εθνοσυνέλευση, δεν μπόρεσε να αρχίσει τις εργασίες της όπως προβλεπόταν στις 15 Φεβρουαρίου, καθώς το Ανώτατο Δικαστήριο ακύρωσε την εκλογή των μελών της με το πρόσχημα ότι η ψηφοφορία δεν σεβάστηκε επαρκώς τους κανόνες της μυστικότητας.

Ωστόσο, η Ισλανδία συνεχίζει να μας κάνει να μιλάμε για αυτή, εξαιτίας της υπόθεσης Icesave ή χάρη σε αυτή.  Υπενθυμίζουμε ότι, όταν εθνικοποιήθηκε η τράπεζα Landsbanki, το ισλανδικό Κράτος δεν αποζημίωσε τους ξένους πελάτες, στη πλειοψηφία τους βρετανούς και ολλανδούς,  της ηλεκτρονικής θυγατρικής της Icesave. Το Ηνωμένο Βασίλειο  και η Ολλανδία το έπραξαν στη θέση του, και από τότε, αυτά τα δυο Κράτη ζητάνε από την Ισλανδία να πληρώσει το λογαριασμό, που υπολογίζεται σε 5 δισεκατομμύρια δολάρια, δηλαδή 3,9 δισεκατομμύρια ευρώ.  Μια πρώτη συμφωνία κλείστηκε μετά βίας, καθώς ψηφίστηκε από μια ισχνή πλειοψηφία της ισλανδικής βουλής, αλλά, στηριζόμενος σε μια αίτηση υπογραμμένη από το 25% του εκλογικού σώματος, ο πρόεδρος  της Δημοκρατίας είχε αρνηθεί να θέσει σε ισχύ το νόμο, προκαλώντας ένα πρώτο δημοψήφισμα το Μάρτιο του 2010. Αποτέλεσμα: 93%  «όχι»,  η Ισλανδία δεν θα πληρώσει.

Όμως, οι διαπραγματεύσεις ξαναρχίζουν στα παρασκήνια, καταλήγοντας στις αρχές 2011 σε μια συμφωνία αισθητά λιγότερο καταναγκαστική για την Ισλανδία: η αποπληρωμή θα μπορούσε να επιμηκυνθεί σε 30 χρόνια  (από το 2016 μέχρι το 2046) και όχι πια σε οκτώ.  Όσο για το επιτόκιο, αρχικά 5,5%, δεν είναι πια παρά 3% για την ολλανδική και 3,3% για τη βρετανική απαίτηση.  Είναι επιτυχία, λέει η κυβέρνηση που, αφού το Κοινοβούλιο ψήφισε το νέο νόμο Icesave, δηλώνει βέβαιη ότι ο πρόεδρος θα κυρώσει αυτή τη φορά τη συμφωνία.  Όμως, μια νέα αίτηση ενάντια στην αποπληρωμή μαζεύει 42.000 υπογραφές, δηλαδή περίπου το 20% του εκλογικού σώματος. Και στις 20 Φεβρουαρίου, ο Olafur Ragnar Grimsson αρνείται να υπογράψει το νόμο.  Απογοήτευση στον ισλανδικό πολιτικό μικρόκοσμο. Άρα θα χρειαστεί να ξαναπεράσουμε από το δημοψήφισμα, που ορίζεται για τις 9 Απριλίου.

Από τότε μέχρι σήμερα, και με πολύ πιο έντονο τρόπο σε σύγκριση με πέρυσι, οι πιέσεις πληθαίνουν για να αναγκάσουν τον ισλανδικό λαό να αντιστρέψει τη ψήφο του.  Χρησιμοποιούνται όλες οι απειλές: μπλόκο των ισλανδικών εξαγωγών, ειδικά των προϊόντων της αλιείας,  σταμάτημα της οικονομικής βοήθειας του ΔΝΤ, μπλοκάρισμα των ενταξιακών διαπραγματεύσεων με την Ευρωπαϊκή Ένωση (όταν βλέπουμε πώς αυτή μεταχειρίζεται την Ελλάδα και την Ιρλανδία, αυτό είναι μάλλον καλό πράγμα!), κλπ. Και μετά, λένε στους Ισλανδούς, πρέπει να καταλάβετε ότι το Ηνωμένο Βασίλειο  και η Ολλανδία σας έκαναν μια πολύ γενναιόδωρη χειρονομία. Αυτές οι δυο χώρες δεν θα κάνουν κάτι παραπάνω και, αν πείτε όχι, η υπόθεση θα πάει στα δικαστήρια, όπου η λυπητερή θα είναι σίγουρα πολύ χειρότερη.

Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά, να και οι οίκοι αξιολόγησης που παρεμβαίνουν στο ισλανδικό δημοψήφισμα. Με μια ανακοίνωση στις 23 Φεβρουαρίου, ο οίκος Moody’s δεν μασάει τα λόγια του: «Αν απορριφθεί η συμφωνία, χωρίς αμφιβολία θα υποβαθμίσουμε την αξιολόγηση της Ισλανδίας  στη βαθμίδα Ba1  ή και πιο κάτω, λαμβάνοντας υπόψη τις αρνητικές επιπτώσεις που θα είχε για την οικονομική και χρηματιστική ομαλοποίηση της χώρας». Και ο οίκος συμπλήρωνε ότι, σε περίπτωση θετικής ψήφου, αναμφίβολα θα αναβάθμιζε  τη προοπτική της σημερινής αξιολόγησης (Baa3)  σε «σταθερή» αντί για «αρνητική».

Όλα αυτά θυμίζουν τις πιέσεις που οδήγησαν τους Ισλανδούς να υιοθετήσουν τελικά τη συνθήκη της Λισσαβόνας το 2009.  Χωρίς να εξετάζουμε ένα προς ένα τα προαναφερθέντα επιχειρήματα, υπάρχει πάντως ένα από αυτά που αξίζει  να το προσέξουμε: το Ηνωμένο Βασίλειο και η Ολλανδία τάχα θα πήγαιναν την Ισλανδία στα δικαστήρια και θα κέρδιζαν τη δίκη.  Ένας τέτοιος ισχυρισμός, που εξάλλου αμφισβητείται από πολλούς νομικούς, προϋποθέτει ότι αυτές οι δυο χώρες θα είχαν δικαίωμα να απαιτήσουν από την Ισλανδία να μετατρέψει ένα ιδιωτικό χρέος σε δημόσιο χρέος.  Αυτό δεν είναι καθόλου βέβαιο.  Όμως ακόμα κι αν κατάφερναν να το «αποδείξουν» διαστρέφοντας τα ευρωπαϊκά κείμενα, είναι άραγε ηθικά αποδεκτό να πληρώσουν οι Ισλανδοί φορολογούμενοι ένα τέτοιο χρέος;

Είναι αναμφισβήτητο ότι η συμφωνία που προτείνεται στους Ισλανδούς είναι πολύ πιο ευνοϊκή από τη προηγούμενη, υπό την αίρεση πάντως ότι το προτεινόμενο επιτόκιο είναι σταθερό. Ωστόσο, το πραγματικό ζήτημα δεν είναι εκεί: ακόμα και με καλύτερους όρους αποπληρωμής, ένα άνομο χρέος παραμένει άνομο και δεν πρέπει να εξοφληθεί.  Αν ο ισλανδικός λαός  ψηφίσει και πάλι «όχι», αυτό θα στείλει ένα ισχυρό μήνυμα στις άλλες ευρωπαϊκές χώρες που στραγγαλίζονται από το χρέος.  Και είναι ακριβώς αυτό που χωρίς αμφιβολία φοβούνται περισσότερο τα αφεντικά του χρηματοπιστωτικού συστήματος, εξ ου και η μανία τους να απαιτούν την αποπληρωμή ενός ποσού που είναι, σε τελική ανάλυση, αρκετά ασήμαντο, αν το συγκρίνουμε με τα αστρονομικά ποσά που ξόδεψε η βρετανική κυβέρνηση για να σώσει τις δικές της τράπεζες.

 

(1) Ήδη, τον Ιανουάριο του 2010, ο Ντομινίκ Στρος-Καν, γενικός διευθυντής του ΔΝΤ, εκτιμούσε ότι υπάρχουν διεθνείς υποχρεώσεις  που πρέπει γίνονται σεβαστές από τις χώρες, και ότι η Ισλανδία «δεν μπορεί να χαίρει ατιμωρησίας για αυτά που έκανε ο χρηματοπιστωτικός της τομέας».

scroll back to top