2011-11-30_Weimar_toixografia

Ελλάδα 1803 – 2011

του Antoni Mari*

Στη τοιχογραφία Weimar 1803, ο Otto Knille απεικόνισε την πιο διάσημη λογοτεχνική συντροφιά της πόλης. Στο κέντρο της εικόνας μια προτομή σεβαστών διαστάσεων του Ομήρου με τον αυλικό σύμβουλο Γκαίτε που στηρίζει το δεξί μπράτσο του πάνω στο γλυπτό. Το δεξί τμήμα της τοιχογραφίας –που έχει μεγάλη συνθετική πυκνότητα- το καταλαμβάνει ο Σίλερ που παρακολουθεί τα πάντα από απόσταση. Ολόγυρα οι αδελφοί Humboldt, ο Wieland, ο Schleimarcher, ο Herder, ο Gauss, ο Wilhelm Schlegel, ο Klinger, ο Tieck, ο Jean-Paul, ο Pestalozzi… συνοδευόμενοι από την Τερψιχόρη, τη μούσα του χορού και του χορικού άσματος.

To Weimar 1803 ζωγραφίστηκε το 1884 ως εξιδανίκευση των εκπροσώπων της «αριστοκρατίας του πνεύματος» της πιο εξέχουσας πόλης της γερμανικής επικράτειας. Αν και δεν είχαν εγκατασταθεί σε αυτή θα μπορούσε να είχαν περάσει από εκεί ο Χέγκελ, ο Χέλντερλιν, ο Σέλινγκ, ο Φίχτε, ο μικρότερος από τους αδελφούς Σλέγκελ και ο Καντ, παρόλο που ήταν γηραιότερος –επρόκειτο να πεθάνει τον επόμενο χρόνο- δεν θα έλεγε όχι να κάνει μια βόλτα.

Θα μπορούσε να φανεί παράδοξο ότι η μορφή του Ομήρου συγκεντρώνει κάτω από την επιβλητική της παρουσία τόσους κορυφαίους Γερμανούς, αλλά δεν είναι έτσι. Ο Γκαίτε, που είναι δίπλα του, ήταν ένας από τους πρώτους που είδε στην Ελλάδα το πρότυπο μιας ουτοπικής Γερμανίας, που θα χρειαζόταν να περιμένει πάνω από εβδομήντα χρόνια για να δει την ενοποίησή της. Ήδη στον Βέρθερο (1774), ο Όμηρος τραγουδάει νανουρίσματα στο μελαγχολικό αγόρι και αυτά τα lieders είναι η μόνη παρηγοριά για τους καημούς του. Πολλά χρόνια αργότερα, ο Σίλερ θα ταύτιζε τον Γκαίτε με τον Όμηρο για την άδολη χάρη του και το ρεαλισμό του.

Ο Γκαίτε ανακάλυψε την Ελλάδα στα βιβλία του J.J. Wincklemann Σκέψεις για τη μίμηση των ελληνικών έργων στη ζωγραφική και τη γλυπτική (1775) και Ιστορία της αρχαίας τέχνης (1764) και παρόλο που ο ιστορικός δεν ήλθε ποτέ στην Ελλάδα, μπόρεσε να βγάλει από τα ρωμαϊκά αντίγραφα όλες τις αισθητικές, σωματικές και οντολογικές αρετές των Ελλήνων. Αρετές που θα μπορούσαν να συνοψιστούν σε «μια ευγενική απλότητα και ένα ήρεμο μεγαλείο». Ο Wincklemann περιέγραψε τα αγάλματα –εκείνο του Απόλλωνα του Μπελβεντέρε, τον Λαοκόωντα, τις τρεις Εστίες, κλπ.- με λεπτομερείς και αισθησιακές εικόνες και τα παρουσίαζε σαν πρότυπο ενός ιδεώδους στο οποίο η ύλη και το πνεύμα ταυτίζονται με την ομορφιά του ανθρώπινου σώματος.

Αυτή η διακήρυξη αρχών είχε απρόβλεπτες συνέπειες σε μια χώρα όπου ο αισθησιασμός ήταν μια διαστροφή της «ωραίας ψυχής» που θα έπρεπε να παραιτηθεί από τις αισθήσεις για να φτάσει στη διαφάνεια της αγνότητας: ο προτεσταντικός μυστικισμός και θρησκοληψία αρνούνταν τη σάρκα. Διεκδικώντας την ελληνική αισθητική διεκδικούσαν τον άνθρωπο, το σώμα του, τις αισθήσεις του και ταυτόχρονα την ηδονή, την μύχια απόλαυση.

Για τον Winckelmann αυτή την απόλαυση την προκαλεί η αισθητική εμπειρία που αναγνωρίζει ότι αυτά τα έργα είναι τα προϊόντα του πολιτισμού και η έκφραση ενός πολιτικού συστήματος που είναι δυνατό μόνο χάρη στην ελευθερία. Είναι πολύ ξεκάθαρος: «Από την άποψη του πολιτεύματος και της διακυβέρνησης της Ελλάδας, κύρια αιτία της δεσπόζουσα θέσης της τέχνης είναι η ελευθερία (…) Ο τρόπος σκέψης των Ελλήνων ήταν πολύ πιο διαφορετικός από εκείνο των υποταγμένων λαών. Ο Ηρόδοτος δείχνει πώς η ελευθερία αποτέλεσε την αιτία της ισχύος και του μεγαλείου της Αθήνας (…) Είναι χάρη στην ελευθερία που το πνεύμα ολάκερου του λαού υψώνεται σαν ευγενικό κλαρί που φυτρώνει μέσα από ένα ρωμαλέο κορμό».

Μπορούμε εύκολα να φανταστούμε τις εκρηκτικές συνέπειες που θα είχε στη γερμανική «πνευματική αριστοκρατία» η ιδέα ότι η τέχνη αναδύεται μέσα από την ελευθερία, και ότι η ελευθερία μόνο να φυτρώσει μόνο μέσα από ένα ελεύθερο λαό και μια ελεύθερη διακυβέρνηση. Η υποτιθέμενη μίμηση των Ελλήνων δεν θα έπρεπε να είναι ένα άξεστο και δουλοπρεπές αντίγραφο των γλυπτών και των ναών. Αυτό που θα έπρεπε να μιμηθούμε ήταν το πνεύμα που τα κατέστησε δυνατά. Ήταν η ελληνική άμιλλα και το ελληνικό κίνητρο που θα έκαναν να αναδυθεί και να παγιωθεί στη Γερμανία μια δική της τέχνη και που θα έκαναν να ανακαλυφθούν οι αρχές της τέχνης, που μπορεί να κάνει πράξη μόνο ένας ελεύθερος άνθρωπος σε ένα ελεύθερο λαό.

Αυτό που προσφέρει η Ελλάδα είναι η ομορφιά και η ελευθερία. Όμως, η Γερμανία νοιώθει ανάπηρη και αναχρονιστική, χωρίς μια παράδοση πάνω στην οποία θα μπορούσε να οικοδομήσει τις ελληνικές προσταγές και χωρίς μια κοινή ιδέα που θα τις εφάρμοζε. Αυτή την ευθύνη δεν μπορούν να διεκδικήσουν ούτε οι πολιτικοί ούτε τα διαχειριστές, αυτό μπορούν να το προτείνουν και να το πραγματοποιήσουν μόνον οι ανθρωπιστές, εκείνοι που μπορούν να αφομοιώσουν βαθειά μέσα τους με το δικό τους τρόπο το ελληνικό πνεύμα, το μόνο ικανό να εναρμονίσει το πολιτισμό με τη φύση.

Η ελληνική παιδεία (paidea στο κείμενο) –η εκπαίδευση που αναδεικνύει τις ανθρώπινες αξίες και διδάσκει να είμαστε πολίτες- είναι το μεγάλο γερμανικό σχέδιο για να αποκτήσει η χώρα τις θεμελιώδεις αρχές του ανθρώπου που κατακτώνται με τη μόρφωση. Η μόρφωση και η εκπαίδευση αρχίζουν με τη γνώση και τον πλήρη έλεγχο της γλώσσας, της γερμανικής και της ελληνικής. Κατόπιν, η προφορική έκφραση, που απαντάει στην ανάγκη να συζητάς, να πείθεις να διευθετείς οποιοδήποτε ζήτημα. Τέλος, οι καθαρές επιστήμες -τα μαθηματικά και η φιλοσοφία-, κλάδοι που προετοιμάζουν για τη κριτική αντικειμενικότητα, που είναι απαραίτητη σε κάθε νομοθέτη του ιδίου και των άλλων.

Το γερμανικό πολιτιστικό περιβάλλον, από τα τελευταία χρόνια του 19ου αιώνα, είχε ως αναφορές αποκλειστικά τους Έλληνες. Οι όροι Lyceum, Gymnasium, Athenaeum, Elysium αντικατέστησαν τους αρχέγονους γερμανικούς. Τα περιοδικά Die Propulaeen, Die Hoeren και Thalia πρότειναν μια γερμανική ανανέωση πάνω σε ελληνικές βάσεις. Ο Γκαίτε δημοσίευε τα δράματα Σωκράτης και Προμηθέας, Ιφιγένεια, Πανδώρα, Αχιλλέας, το ποίημα Γανυμήδης και τόσα άλλα σαν μια οντολογική νοσταλγία που έπρεπε να ανακτηθεί. Τα μαθήματα των ελληνικών και λατινικών ήταν υποχρεωτικά σε όλα τα λύκεια, κάτι που συνεχίστηκε σχεδόν μέχρι σήμερα.

Ο Γκαίτε και ο Σίλερ με δυο διαφορετικές ιδιοσυγκρασίες, δυο αντιλήψεις της ζωής και της τέχνης ριζικά αντίθετες, πίστευαν και οι δυο ότι η Γερμανία θα διδασκόταν από την ελληνική σοφία και θα κατόρθωνε να γίνει ένα έθνος. Αυτοί ήταν οι πρώτοι Γερμανοί Έλληνες που έκαναν πράξη το πρότυπο: Ο Σίλερ με την ευσπλαχνία και την αξιοπρέπεια, ο Γκαίτε με τον αισθησιασμό και το πραγματισμό. Όντας κριτικοί προς τη πολιτιστική κοινωνία αφιερώθηκαν στη συγγραφή ειρωνικών δίστιχων, που ήταν οργισμένα σαρκαστικοί, ενάντια στα θεσμικά όργανα με τη μορφή επιγραμμάτων κατά το πρότυπο του Marcial. Δημοσιεύτηκαν στο Ημερολόγιο των Μουσών που τάραξε τη πολιτιστική κοινωνία καθώς και εκείνους που είχαν γίνει στόχος του σαρδόνιου και χιουμοριστικού βέλους της κριτικής.

Όμως, ο αυθεντικός Έλληνας είναι ο Σίλερ. Ο Γκαίτε προτιμάει τη Ρώμη κυρίως μετά από το ταξίδι του στην Ιταλία όπου αναγνωρίζει την επιστημονική και ηδονιστική του τάση. Αντίθετα, ο Σίλερ παραμένει πιστός στο διδακτικό πνεύμα της ελληνικής παιδείας και το 1795 δημοσιεύει τις Επιστολές για την αισθητική εκπαίδευση του ανθρώπου όπου προτείνει την παιδευτική αξία της ομορφιάς που προσφέρει αρμονία και ισορροπία και προσανατολίζει τον αισθησιακό άνθρωπο προς το στοχασμό και τον διανοητή προς τον κόσμο των αισθήσεων. Ο έλεγχος του πολιτικού συνεχίζει να περιλαμβάνεται στην αισθητική διαπαιδαγώγηση καθώς από την αρμονία της ομορφιάς βγαίνει ο νόμος της πολιτικής κοινότητας και πρέπει να εξισορροπεί τα αντίθετα ένστικτα: «Αυτό που κατορθώνει η αισθητική κουλτούρα είναι ότι ο άνθρωπος, από τη φύση του, μπορεί να κάνει μόνος του αυτό που θέλει, αποκαθιστώντας έτσι πλήρως την ελευθερία του να είναι αυτό που πρέπει να είναι.» Στα Φιλοσοφικά Ποιήματα βεβαιώνει ότι στη δημιουργική πράξη συντίθενται η καρδιά με τη νοημοσύνη, η αίσθηση με τη σκέψη και ότι το να δημιουργείς προϋποθέτει να σέβεσαι το δικό σου εσωτερικό νόμο, την υψηλότερη αξιοπρέπεια του ανθρώπου.

Παρακινούμενος από το δάσκαλό του τον Σίλερ που δημοσίευσε στο περιοδικό Thalia ένα απόσπασμα του Υπερίωνα (Hiperion), ο Φρίντριχ Χέλντερλιν συνάντησε τη μαρτυρία της Ελλάδας και είδε σε αυτήν μια ανθρωπότητα που εξαιτίας της αγνότητάς της, της αποτελεσματικότητάς της, της ομορφιάς της και της χαράς βρισκόταν κοντά στο θείο και ενσαρκωνόταν στη γη. Με μια τρυφερή νοσταλγία απορροφάται από και ταυτίζεται με την ελληνική παράδοση που ζούσε ενωμένη με τις θεϊκές δυνάμεις και που ο σύγχρονος άνθρωπος είχε ξεχάσει χωρίζοντας τον κόσμο σε φύση και πνεύμα, αντικείμενο και υποκείμενο, ευαισθησία και συνείδηση. Το ελληνικό Εν και παν (η ενότητα όλων) χάθηκε για πάντα. Ο Υπερίων είναι η αποτυχία της βούλησης να αναβαθμιστεί ο καταπιεσμένος και σκλαβωμένος ελληνικός λαός: στο σαματά και στη παραζάλη της πάλης, το ιδεώδες της ανθρωπότητας γίνεται καπνός, και δεν είναι πάντως η ώρα για να αλλάξει τη ζωή.

Στο αποσπασματικό δράμα Ο θάνατος του Εμπεδοκλή, ο Χέλντερλιν παίρνει τον φιλόσοφο που βουτάει στο κρατήρα της Αίτνας, ως σύμβολο της αδύνατης αποστολής του σύγχρονου ποιητή. Ο Εμπεδοκλής, φιλόσοφος, κληρικός, ποιητής και πολεμιστής εξαγνίζει τη γνωστική του φιλοδοξία και την υπεροψία του σε μια πράξη εξιλέωσης που προορίζεται να σώσει όλους τους ανθρώπους. Μετάφρασε τον Οιδίποδα Τύραννο και την Αντιγόνη του Σοφοκλή και δεν μπόρεσε να υλοποιήσει τη πρόθεσή του να μεταφράσει όλες τις ωδές του Πινδάρου, καθώς έζησε σαράντα χρόνια παράφρων. Πίστευε μάλιστα ότι το πρότυπο της Ελλάδας θα αναβίωνε σε μια ιδανική αλλά και εφικτή Γερμανία.

Στενός φίλος του Χέλντερλιν και συμμαθητής στο σεμινάριο του Τύμπινγκεν, ο Χέγκελ συμμεριζόταν την ελληνική γοητεία στα νιάτα του και ισχυριζόταν ότι «έτρεφε την φλογερή και επώδυνη επιθυμία να συναπαντήσει την αρχέγονη μεγαλοφυΐα του ελληνικού λαού» και την αναζήτησε αντιπαραβάλλοντας με τη γερμανική ποίηση. Ωστόσο, δεν περιορίζεται να συγκρίνει δυο λογοτεχνικά στυλ, αλλά αναλύει την ουσία του ελληνικού και του γερμανικού κόσμου. Για τον Χέγκελ, η ελληνικότητα αναπτύσσεται στο βασίλειο της παρουσίας, η νεωτερικότητα σε εκείνο της παράστασης. Όταν μιλάει ο έλληνας ποιητής είναι ο φωτεινός και σκοτεινός κόσμος που μιλάει μέσω αυτού και ο λόγος του είναι ο λόγος όλων, πιστός στη παρουσία της φύσης στις πράξεις και αποφάσεις των ανθρώπων. Ο σύγχρονος ποιητής επεξεργάζεται μια εικόνα, την αναλύει και ξανακάνει καθαρό και αστραφτερό αυτό που φαινόταν θαμπό, η γλώσσα του δεν είναι εκείνη των ίδιων των πραγμάτων αλλά η αναπαράστασή της: πρόκειται για μια διαδικασία της συνείδησης που αναπαριστά ένα κόσμο και θεωρεί ουσιαστική αυτή την αναπαράσταση.

Στην ωριμότητά του εγκατάλειψε τον ελληνισμό παρά τα όσα μας λέει η κατοπινή του σκέψη: να φαντάζεσαι την οικουμενική ιστορία ως εκδήλωση του θείου λόγου και τη διαδικασία πραγμάτωσης της ιδέας ως μια διαλεκτική διαδικασία της συνείδησης της ελευθερίας. Ισχυριζόμενος ότι όλα τα αληθινά είναι λογικά ισχυριζόταν ότι τα πρωταρχικά καθήκοντα της ζωής ήταν η θεραπεία των πολιτικών, οικονομικών και επιστημονικών συμφερόντων απέναντι στη λογοτεχνία και τη θρησκεία, και με αυτό εγκαθίδρυε το σύγχρονο κράτος. Ο Νίτσε, με τη σειρά του, με ελληνικά επιχειρήματα πολεμούσε με μανία το σύγχρονο κράτος.

 

Βαϊμάρη 2011

 

Η ελληνική αφομοίωση της Γερμανίας επηρέασε αποφασιστικά όλες τις πλευρές του γερμανικού έθνους, από τη δομή της γλώσσας, τη διοίκηση, τη πολιτική, τη διδασκαλία, τη μόρφωση, το πανεπιστήμιο, τα κοινωνικά έθιμα μέχρι το πολιτισμό, και η Ελλάδα από τη μεριά της, αναγνώρισε τη προσπάθεια μιας χώρας να ενταχθεί στη νεωτερικότητα: να περάσει από ένα αγροτικό σύστημα σε μια βιομηχανική κοινωνία. Αυτή η απότομη μετάβαση αναστάτωσε τη χώρα, καθώς ενώ όλοι οι τρόποι παραγωγής ήταν βιομηχανικοί και σύγχρονοι η δομή της κοινωνίας συνέχιζε να είναι μεσαιωνική. Αυτή η σοβαρή κατάσταση είχε ως αποτέλεσμα δυο παγκόσμιους πολέμους που η ίδια προκάλεσε και οι ήττες της ήταν τόσο μεγάλες όσο και οι αιτίες που οδήγησαν σε αυτές.

Στο τέλος του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, το 1918, η Γερμανία υποχρεώθηκε με τη Συνθήκη των Βερσαλλιών να αποζημιώσει τους εχθρούς της. Είχε χάσει τον πόλεμο και το χρέος ήταν 20.000 εκατομμύρια χρυσά μάρκα. Αυτό το ποσό αυξήθηκε μέχρι τα 296.000 εκατομμύρια, ένα ποσό που έπρεπε να αποπληρώσει σε 42 χρόνια. Η ταπείνωση της ήττας και οι οικονομικές επιπτώσεις του πολέμου και του χρέους έφεραν τη χώρα σε μια οριακή κατάσταση που, εν μέρει, εξηγεί την άνοδο του ναζισμού. Ο Αδόλφος Χίτλερ σταμάτησε να πληρώνει το χρέος και άρχισε το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο που χάθηκε με καταστροφικές και πάλι συνέπειες.

Η κατάσταση του χρέους ήταν τόσο αφόρητη ώστε η Γερμανία ζήτησε το 1953 από τους πιστωτές της να το παραγράψουν. Είκοσι δύο χώρες, μεταξύ των οποίων και η Ελλάδα, υπέγραψαν τη συνθήκη του Λονδίνου. Χάρισαν στη Γερμανία τα μισά από τα 50.000 εκατομμύρια δολάρια που χρωστούσε από τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο και δέχτηκαν να πληρωθούν οι τόκοι όταν θα επανενωνόταν η Γερμανία. « Για τη νεαρή Γερμανία, εκείνη η χειρονομία αποτέλεσε μια τεράστια βοήθεια» λέει ο Juergen Kaiser –συντονιστής της πρωτοβουλίας Έτος για την Ακύρωση του Χρέους (Erlassjahr)- «Οι τόκοι του τότε χρέους είναι συγκρίσιμοι με αυτούς που υποχρεώνεται να πληρώσει τώρα η ίδια η Ελλάδα».

Η γερμανική επανένωση πραγματοποιήθηκε στις 3 Οκτωβρίου 1990. Ωστόσο, οι γερμανικές αρχές καθυστέρησαν 21 χρόνια να πληρώσουν το χρέος. Το 2010 πλήρωσαν 25.000 εκατομμύρια για το Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο.

Η Γερμανία είναι η χώρα της ευρωπαϊκής κοινότητας που πιέζει περισσότερο την Ελλάδα για να προσαρμόσει την οικονομία της, όμως μερικές φωνές θύμισαν στους Γερμανούς ότι κατά κάποιο τρόπο, αυτοί έχουν ένα χρέος προς την Ελλάδα, και μάλιστα για πολλούς άλλους λόγους πέρα από τον προηγούμενο. Ο καθηγητής οικονομικής ιστορίας Albrecht Ritschl, όπως και ο υπεύθυνος του Erlasskahr, Juergen Kaiser, ζήτησαν από το Βερολίνο να μην ξεχνάει το παρελθόν του. Αυτές οι γερμανικές πρωτοβουλίες ζητούν να κατοχυρωθεί το καθεστώς της διεθνούς αφερεγγυότητας. Αίτημα του Erlassjahr είναι να υιοθετηθεί ως πρότυπο η Συμφωνία του Λονδίνου του 1953. Τότε οι Έλληνες επέτρεψαν στη Γερμανία να απαλλαγεί από το χρέος της και συνέβαλαν εν μέρει στο γερμανικό οικονομικό θαύμα. Σήμερα, η Ελλάδα είναι υπερχρεωμένη, όμως θα μπορούσε να βοηθηθεί μέσω της μερικής ακύρωσης του χρέους της από τη Γερμανία και άλλες χώρες ακριβώς όπως συνέβη το 1953.

Πρόκειται για μια παραδοξολογία, για έλλειψη μνήμης, για εγκατάλειψη των ελληνικών αξιών που μετέβαλαν τη Γερμανία σε σύγχρονη χώρα και σε έθνος. Όχι μόνο για την απόφαση της Ελλάδας να χαρίσει το γερμανικό χρέος, αλλά και για τους ίδιους του Γερμανούς ανθρωπιστές που υιοθέτησαν την ελληνική κληρονομιά, εξευρωπάισαν τη Γερμανία και πρόσφεραν το πρότυπο της ελληνικής δημοκρατίας. Αυτή η ασέβεια των Γερμανών είναι και ασέβεια προς τον ανθρωπισμό της Βαϊμάρης του 1803.

Antoni Mari*

2011-11-30_Antoni_Mari* Καταλανός ποιητής και δοκιμιογράφος, καθηγητής Θεωρίας της Τέχνης στο Πανεπιστήμιο Pompeu Fabra της Βαρκελώνης, ειδικευμένος στη μελέτη των αισθητικών, μουσικών και λογοτεχνικών ιδεών του 18ου και 19ου αιώνα. Το παραπάνω κείμενο θα δημοσιευτεί στην Καταλονία στις 7 Δεκεμβρίου 2011.


(Μετάφραση από τα ισπανικά: Γιώργος Μητραλιάς

 


scroll back to top